Submit Your Editorial

Get into contact

“Τώρα πια ξέρω πώς να φερθώ σε έναν καρκινοπαθή”

DAILYCIOUS

DO NOT FEAR STAY HERE

Πότε δίνουμε μια δεύτερη ευκαιρία;

Σε γενικές γραμμές είμαστε αρκετά καχύποπτες με αυτούς που...

Τρία πράγματα που κάνεις αν σε αγαπάς πραγματικά

Θα έχεις ακούσει ειδικά τελευταία πολλές αναφορές στην αυτοβελτίωση...

Τι σημαίνει να ντύνεσαι πάντα στα μαύρα

Τα ρούχα που επιλέγει μία γυναίκα, θα μπορούσε κάποιος...

Share

Μια αναγνώστρια μας ζήτησε να δημοσιεύσουμε αυτό το κείμενο, γροθιά στο στομάχι, και το κάνουμε. Με όλη μας την καρδιά.

Όταν ακούς ότι κάποιος έχει καρκίνο, όχι από το στενό σου περιβάλλον, η πρώτη σκέψη μέσα σου είναι, «ευτυχώς δεν έτυχε σε εμένα.» Η δεύτερη είναι «πάει κι αυτός».

‘Ετσι είναι οι περισσότεροι. Κλεισμένοι στη γυάλα της υγείας, ακούς για διάφορους φίλους γνωστούς και σκέφτεσαι, «ευτυχώς, όχι εγώ» και «κρίμα μωρέ τον άνθρωπο».

Αλήθεια, ποιος λόγος μας οδηγεί στη συγκεκριμένη σκατοψυχιά, να καταδικάζουμε έναν άνθρωπο πριν δώσει τη μάχη του; Η άγνοια μήπως από ιατρικά θέματα; Η παντελής έλλειψη γνώσης για το πόσο έχει εξελιχθεί η ιατρική στην αντιμετώπιση αυτής της ασθένειας και στην πλήρη ίασή της; Ο εγωισμός μας; Η ανικανότητά μας να συναισθανθούμε το βάσανο και τον κόπο που θα πρέπει να περάσει αυτός ο άνθρωπος προκειμένου να γίνει καλά;

Γιατί μπορεί να γίνει καλά. Αν το βρει νωρίς, αν επισκεφτεί έναν καλό ογκολόγο, αν είναι νέος, δυνατός οργανισμός αλλά ακόμα κι δεν συμβαίνει τίποτα από τα παραπάνω. Μπορεί να γίνει καλά ακόμα και σε 4ο στάδιο, αλλά αρνούμαστε να το δεχτούμε αυτό. Μαυρίλα, απαισιοδοξία και πολλά ευτυχώς, «ευτυχώς δεν είμαι εγώ».

Ναι, κάπως έτσι ήσουν κι εσύ. Ακόμα κι όταν ήρθε η αρρώστια πιο κοντά σου, στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, αυτό σκέφτηκες. Ένα ευτυχώς για σένα και ένα κρίμα για εκείνον. Και δεν τηλεφώνησες. Δεν έστειλες μήνυμα. Δεν είπες ένα απλό « ό,τι χρειαστείς είμαι εδώ, για παρέα, για σινεμά, για τα πάντα.» Σιώπησες στην αμηχανία σου, επειδή δεν ήξερες πώς να αντιμετωπίσεις έναν καρκινοπαθή. Ήθελες να πεις, «όλα καλά θα πάνε, κουράγιο», αλλά δεν τολμούσες, γιατί δεν ήξερες αν όλα θα πάνε όντως καλά και θεωρούσες ότι δεν θα ήταν σωστό να τον κοροϊδεύεις τον άνθρωπο μες τα μούτρα. Επικό λάθος. Ασυγχώρητο λάθος. Καταδίκαζες έναν άνθρωπο χωρίς να ξέρεις βασικά πράγματα για την ιατρική, πόσο μάλλον για την ογκολογία. Και συνέχιζες να σιωπάς, και συνέχιζες να είσαι άφαντη, μόνο που θυμόσουν πού και πού να λες «Ευτυχώς, δεν είμαι εγώ». Μέχρι που ο συγγενής γίνεται καλά, εντελώς καλά, αλλά εσύ παραμένεις η ίδια γαϊδούρα. Και το κάνεις και για τον επόμενο που μαθαίνεις. Και τον μεθεπόμενο.

Κάποτε όμως, έρχεται μια μέρα που το ευτυχώς γίνεται δυστυχώς. Απρόσμενα. Άδικα, χωρίς αιτιολογία. Ούτε οι γιατροί μπορούν να το εξηγήσουν πώς συνέβη αυτό. Και εκεί που ζεις την απόλυτη ευτυχία, έρχεται η σκιά και κάθεται απαλά εκεί. Στο σημείο που θέλει. Και δεν δείχνει τις προθέσεις της και δεν την καταλαβαίνεις. Και συνεχίζεις να ζεις, να χαίρεσαι, να μεγαλώνεις την οικογένειά σου και μαζί της να μεγαλώνει και η σκιά, σιγά σιγά, απαλά απαλά, όπως κάνουν οι σκιές. Μέχρι που αποφασίζει να φανερωθεί ως ύποπτη σε έναν τυπικό έλεγχο, και ο τυπικός έλεγχος γίνεται σοβαρός και εξονυχιστικός, και η σκιά πια είναι επίσημα στη ζωή σου με τιμή και δόξα.

Τώρα;; Τώρα το «κρίμα, μωρέ τον άνθρωπο»,  δεν είναι για άλλον. Τώρα θέλεις όσο ποτέ να μιλήσεις με όλους αυτούς που ξέρεις ότι το πέρασαν και έγιναν καλά. Και μιλάς. Και δεν σου κρατάνε κακία που δεν τους στήριξες και σε στηρίζουν αυτοί. Σου λένε κοιτώντας σε στα μάτια : «Άσε ρε τις μαλακίες, θα γίνεις καλά!». Και είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεσαι να ακούσεις, που πρέπει να ακούσεις, αυτό που σε ξυπνά από το σοκ και τον πόνο και σε κάνει μαχητή. Και σε συμβουλεύουν για τους καλύτερους γιατρούς και σε καθοδηγούν και σου δίνουν κουράγιο, δεν σε λυπούνται, δεν σε καταδικάζουν. Τώρα έχεις μάθει τη μισή ογκολογία από έξω. Έχεις αποστηθίσει εξετάσεις, φάρμακα, θεραπείες, παρενέργειες θεραπειών. Και συνειδητοποιείς πόσο εγωκεντρικό άτομο ήσουν, πόσο παρτάκιας, που δεν κάθισες να ψάξεις λίγα πράγματα, να ρωτήσεις, για να μπορέσεις να στηρίξεις ουσιαστικά έναν άνθρωπο.

Όταν ρώτησες κατόπιν εορτής εκείνη τη φίλη που ποτέ δεν στήριξες, πώς ένιωσε όταν τελείωσε όλο αυτό, σου απάντησε: «Ευγνώμων!» Και συμφωνείς μαζί της, γιατί κάπως έτσι νιώθεις τώρα, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Ευγνώμων για όσα πια εκτιμάς, για τις νέες φιλίες που έκανες, για τους ανθρώπους που γνώρισες, για τους γιατρούς που έσκυψαν πάνω σου με αληθινή στοργή και ενδιαφέρον. Και όταν θα έρθει η σειρά σου να πεις στον επόμενο “κοίτα με, έγινα καλά!” , γιατί θα έρθει αυτή η στιγμή, τώρα πια, θα ξέρεις τι θα πεις. Οι λέξεις θα βγαίνουν πανεύκολα και θα τις εννοείς. Όλες.

Θέλει πολύ πόνο τελικά, πολλή μοναξιά και πολλά βράδια που δεν λέει να χαράξει, για να αλλάξει εκείνο το σκατόψυχο «ευτυχώς» μερικά γράμματα και να γίνει ένα απλό, λιτό και πανέμορφο «ευγνώμων».

Τίνα Κοφινά

Brooklyne