O Δημήτρης κρεμάστηκε στα 16 του χωρίς να αφήσει κανένα σημείωμα. Ίσως γιατί όλοι ξέραμε τους λόγους.

DAILYCIOUS

DO NOT FEAR STAY HERE

Share

Ας μιλήσουμε για τις εφηβικές φιγούρες που χάθηκαν άδοξα , δίνοντας μάχες με “drugs and drama” και κανείς μα κανείς δεν μπόρεσε να σταθεί αντάξιος των ευθυνών του : ούτε η οικογένεια, ούτε κοινωνία ούτε και εκκλησία.

Πριν αρκετό καιρό, βρέθηκα τυχαία, σε μια γειτονιά, από την οποία είχα να περάσω χρόνια. Πολλά χρόνια. Οι καιροί μπορεί να αλλάζουν,οι αναμνήσεις όμως μένουν. Κάπου ανάμεσα στην περιοχή του Ερυθρού Σταυρού και των Ελληνορώσσων, απέναντι από το Παλαιό Ψυχικό, εκεί, που μια λεπτή γραμμή χώριζε τον καθωσπρεπισμό από την γνήσια αλητεία, είχα να πατήσω τουλάχιστον είκοσι πέντε χρονια. Όμως βρέθηκα. Και τότε θυμήθηκα:

Ήμουν στην πλατεία που μαζευόταν η παρέα μου τα βράδια.Μερικοί γελούσαν, άλλοι έκαναν κόλπα με skates και bmx, και οι περισσότεροι κάπνιζαν ή έπιναν μπύρες. Στην άκρη της πλατείας καθόταν σε ένα παγκάκι ο Δημήτρης.Είχε ρίξει κάτω το παπί του και πότιζε ένα στουπί με βενζίνη απο το ντεπόζιτο,το έβαζε στη μύτη του και εισέπνεε: «Τζίνα, η φτηνή μαστούρα» μου την είχε περιγράψει κάποτε που τον ρώτησα γιατί εισπνέει αναθυμιάσεις από καύσιμο.

Είχε έρθει η ώρα να φύγω.Ήταν καλοκαίρι και μόλις είχα τελειώσει τη Δευτέρα Γυμνασίου.Πέρασα απο μπροστά του. «Ψιτ,μικρή που πάς;» με ρώτησε. «Επιστρέφω στο σπίτι μου» του απάντησα. «Πώς;» μου λέει. «Με τα πόδια» είπα. «Δεν είναι ώρα αυτή να κυκλοφορείς μόνη σου. Ανέβα στο μηχανάκι θα σε πάω εγώ.» Καβάλησα, έφυγε με σούζα. Η κοτσίδα μου σκούπιζε το δρόμο. Τότε δε φοβόμουν, τώρα που το σκέφτομαι, παθαίνω κρίση πανικού. Φτάσαμε στο σπίτι μου.

«Σ’ευχαριστώ πολύ. Θέλεις να ανέβεις πάνω να σε κεράσω ένα παγωτο;» τον ρώτησα. Γέλασε. «Εντάξει» μου είπε. Ανεβήκαμε. Οι γονείς μου έλειπαν, είχαν βγει έξω. Κοίταξε την κυρία που καθάριζε απορημένος. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα. « Έχω δει Φιλιπιννέζες, αλλά πρώτη φορά μπαίνω σε σπίτι που να εργάζονται» μου απάντησε. Καθήσαμε στην κουζίνα. «Εσύ πού μένεις;» τον ρώτησα. «Απο δω κι απο κεί. Με τον πατέρα μου έχω να μιλήσω χρόνια. Η μάνα μου έχει ένα γκόμενο που δεν τα πάω καλά, όλο πλακωνόμαστε και δε γουστάρω να μένω σπίτι. Μερικές φορές κοιμάμαι στο μαγαζί που δουλεύω, κάτι άλλες σε κανένα σπίτι φίλου και συνήθως σε μια βίλα που έχουν καταλάβει οι αναρχικοί και μπορούμε να την πέφτουμε. Άλλες φορές πάω Στρέφη, Εξάρχεια, Βικτώρια, αυτό σημαίνει αναρχία.» «Στη Βίλα Αμαλία κοιμάσαι;» είπα. Ξαφνιάστηκε. «Ναι. Εσύ πού ξέρεις αυτό το μέρος;» απόρησε. «Εχω πάει σε κάτι συναυλίες εκεί.» απάντησα. Κάθησε. Κοίταξα τ’αρβυλά του.Φορούσε ένα περίεργο χρώμα κορδόνια.Τον ρώτησα γιατί επέλεξε αυτά.Μου είπε οτι το χρώμα είναι συμβολικό.Το φορούσαν όσοι έχουν τραβήξει μαχαίρι σε τσαμπουκά.

Του σέρβιρα σε ενα μπόλ τρεις μπάλες παγωτό. Σοκολάτα,βανίλια και κρέμα. Πάνω έβαλα μια ομπρελίτσα για διακόσμηση και άναψα κι ενα μικρό βεγγαλικό που σπινθήριζε. Το κοίταξε και γέλασε. «Ωραία κόλπα» μου έκανε. Περίμενε να σβήσει, έπιασε την ομπρελίτσα και άρχισε να την ανοιγοκλείνει.Πήρε το κουτάλι και άρχισε να τρώει το παγωτό. «Έχω πιεί κάτι τσιγάρα και είναι ότι πρέπει αυτό το σκηνικό τώρα» μου είπε. Κοίταξα τα μάτια του.Ήταν καταπράσινα.Πρώτη φορά έβλεπα τόσο πράσινα μάτια.Γύρω γύρω ήταν κόκκινα απο τους μπάφους. Ωραίο κοντράστ.

Άνοιξε η πόρτα.Ήρθαν οι γονείς μου.Η μητέρα μου μπήκε στην κουζίνα.Τον κοίταξε έκπληκτη.Μάλλον είχε ξαναδεί τέτοιο τύπο,αλλά πρώτη φορά τον έβλεπε στην κουζίνα της.Ο Δημήτρης σηκώθηκε απότομα όρθιος. «Κάθησε αγόρι μου, φάε το παγωτό σου» του είπε και μου έκανε ένα νεύμα να πάω στο σαλόνι. Πήγα μέσα. «Ποιός είναι αυτός Έλενα;» «Ενας φίλος μου μαμά.»«Φίλος σου απο πού παιδί μου;’Εχεις κάνει φυλακή και δεν το ξέρω;» Γύρισε και είπε στον πατέρα μου: «Μα πού τους βρίσκει όλους αυτούς τους μυστήριους τύπους; Ίσως την παρασύρουν.» « Παιδιά είναι Αναστασία, περνάνε εφηβεία, μην κάνεις έτσι, δε μας έριξε και μολότoφ. Έχω εμπιστοσύνη στο παιδί μας, έχε του κι εσύ.»

Στεναχωρήθηκα γιατί ο Δημήτρης θα είχε καταλάβει οτι κάτι δεν πήγαινε καλά. Γύρισα στην κουζίνα. «Θα είχα φύγει Ελενάκι,αλλά έμεινα γιατί δεν ήθελα να την κάνω χωρίς να σε ευχαριστήσω.Ξέρω πως δεν αρέσω καθόλου στις μαμάδες.Εδώ δεν αρέσω στη δικιά μου» μου είπε. Αισθάνθηκα πολύ άσχημα. «Συγγνώμη. Είμαι σίγουρη πώς αν η μητέρα μου σε γνωρίσει ,θα σε συμπαθήσει.Φεύγω σε λίγες μέρες και πάω στο Λονδίνο.Θα παρακολουθήσω καλοκαιρινά τμήματα σε ένα κολέγιο.Τι θέλεις να σου φέρω όταν επιστρέψω;» «Τίποτα. Δεν έχω συνηθίσει να μου κάνουν δώρα και μου φαίνεται περίεργο.» είπε και με κοίταξε στα μάτια. «Εγώ θέλω να σου φέρω κάτι. Δε μπορεί,κάτι θα θέλεις, σκέψου» επέμεινα. Γέλασε. «Φέρε μου ενα κασκόλ της Arsenal. Είσαι κι εσύ κανόνι όπως λένε για την ομάδα. Καλό ταξίδι και να προσέχεις».Κι έφυγε.

Αυτή η αντιμετώπιση που είχε ο Δημήτρης στο δικό μου σπίτι, ήταν μάλλον κάτι συνηθισμένο για εκείνον. 25 χρόνια μετά όμως, έχω την ίδια άποψη που είχα και τότε. Δεν έπρεπε να τον αντιμετωπίζουν έτσι. Έπρεπε να του δίνουν ευκαιρίες. Να τον αγκαλιάζουν. Να τον βοηθήσουν. Να νοιαστούν για εκείνον. Οι γονείς όμως δεν έβλεπαν με καλό μάτι ένα παιδί που θα μπορούσε να αποτελέσει ‘κακή επιρροή’ για το δικό τους. Τόσα χρόνια μετά, αντιλαμβάνομαι ότι όλοι αυτοί οι γονείς, συμπεριλαμβανομένων και των δικών μου, θα έπρεπε να είχαν φερθεί διαφορετικά. Ίσως η συνέχεια της ιστορίας, να ήταν διαφορετική.

Αντιλαμβάνομαι το φόβο των γονέων μην τυχόν και τα παιδιά τους μπλέξουν με κακές παρέες. Αλλά μήπως κάποιος εκεί έξω, πρέπει να ασχοληθεί και με τις κακές αυτές παρέες, αφού η ίδια τους η οικογένεια δεν το κάνει; Μήπως οι άλλοι γονείς δεν πρέπει να τα βλέπουν ως απειλή, αλλά να προσπαθήσουν να τα δουν ως παιδιά τους; Μήπως το ίδιο πρέπει να κάνουν οι κοινωνικοί φορείς και το σχολείο; ;Iσως στα μέσα της δεκαετίας του 90 όπου διαδραματίστηκε αυτή η ιστορία τα πράγματα να ήταν κάπως πιο δύσκολα για ένα έφηβο παιδί που είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας οπωσδήποτε ήταν πιο μουδιασμένη. Όμως σήμερα; Που βρισκόμαστε σήμερα αναρωτιέμαι όταν βλέπω περιπτώσεις παιδιών που μου θυμίζουν τον Δημήτρη. Και δεν είμαι ακόμα σίγουρη.

Το καλοκαίρι λοιπόν πέρασε και επέστρεψα στην Ελλάδα.Ήταν οι εποχές που δεν κουβαλούσαμε ακόμα κινητά τηλέφωνα μαζί μας. Ανοιξαν τα σχολεία.Ο Δημήτρης δεν πήγαινε στο σχολείο.Το είχε σταματήσει.Ερχόταν με το μηχανάκι,πηδούσε τα κάγκελα και κάπνιζε με κάτι φίλους του σ’ ένα καβατζωμένο χώρο στο πίσω προαύλιο.Ρώτησα αν θα έρθει την πρώτη μέρα. Μου απάντησαν τα εξής:

Είχε αυτοκτονήσει πρίν μερικές εβδομάδες.Κρεμάστηκε μέσα στο μαγαζί που δούλευε.Τον βρήκαν ένα πρωί απαγχονισμένο οι άλλοι εργάτες.Ηταν 16 ετών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί την αυτοκτονία έσχατη αμαρτία και στην ταφή του δεν εψάλη νεκρώσιμη ακολουθία.Στο τελευταίο αντίο βρέθηκαν ελάχιστοι. Δεν άφησε κανένα χειρόγραφο σημείωμα,κάτι που κάνει η μειοψηφία των αυτόχειρων.

*Στον Δ.Π.

Έλενα Φάκου


*Ακολουθήστε το brooklyne.gr στο Google News για να ενημερώνεστε άμεσα για όλα τα νέα μας άρθρα!

Έλενα Φάκου
Είχα ένα όνειρο: μια μέρα να μπορέσω να γράφω ελεύθερα σε ένα καλαίσθητο μέσο που εξυπηρετεί μόνο την ανεξάρτητη ενημέρωση. Έγινε πραγματικότητα. Λέγεται Brooklyne και είναι η πιο badass γυναικεία πρόταση της πιάτσας. Όπως δηλαδή κι εγώ η ίδια. Δε χρειάζεται να γράψω περισσότερα για εμένα εδώ, θα γνωριστούμε αν περνάτε συχνά να τα λέμε. Θα είμαστε πάντα ανοιχτά.
Brooklyne